δεννάζω

δενν-άζω, ([etym.] δέννος)
A abuse, revile,

τινά Thgn.1211

;

τέχνην E.Rh. 925

;

ἐπὶ ψόγοισι δεννάσεις ἐμέ S.Ant.759

: c. acc. cogn., κακὰ ῥήματα δ. to utter words of foul reproach, Id.Aj.243 (lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεννάζω — abuse pres subj act 1st sg δεννάζω abuse pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεννάζω — (Α) [δέννος] 1. βρίζω, κακολογώ 2. φρ. «κακά ρήματα δεννάζειν» ξεστομίζω φοβερές βρισιές …   Dictionary of Greek

  • δεννάσει — δεννάζω abuse aor subj act 3rd sg (epic) δεννάζω abuse fut ind mid 2nd sg δεννάζω abuse fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεννάσεις — δεννάζω abuse aor subj act 2nd sg (epic) δεννάζω abuse fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δένναζε — δεννάζω abuse pres imperat act 2nd sg δεννάζω abuse imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεννάζειν — δεννάζω abuse pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεννάζων — δεννάζω abuse pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδέννασεν — δεννάζω abuse aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδέννασ' — ἐδέννασα , δεννάζω abuse aor ind act 1st sg ἐδέννασε , δεννάζω abuse aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δενναστός — δενναστός, ή, όν (Α) [δεννάζω] αυτός ο οποίος δέχεται βρισιές …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.